Το κεντρικό θέμα που πραγματεύεται ο Χορν στο Φιντανάκι είναι ο ηθικός ξεπεσμός του ατόμου ως απόρροια αναπόφευκτη των κοινωνικών και οικονομικών περιστάσεων. Το έργο ωστόσο δεν είναι κραυγή διαμαρτυρίας, ούτε πράξη με διάθεση ανατρεπτική. Είναι μια καταγραφή των συμπτωμάτων που ο συγγραφέας με προσοχή παρατήρησε στο κοινωνικό περιβάλλον του καιρού του. Με τρυφερότητα, με απελπισία θάλεγα, αλλά και με πικρό χιούμορ ο συγγραφέας στο Φιντανάκι αφηγείται την ιστορία μιας φτωχής, τίμιας κοπέλας, της Τούλας, που αφού δοκιμάσει πρώτα την πίκρα της ερωτικής προδοσίας, στη συνέχεια κάτω από την πίεση της οικονομικής ανάγκης οδηγείται στον πουλημένο έρωτα. Η ηθική εξαθλίωση φαίνεται συνέπεια αναγκαία της οικονομικής εξαθλίωσης. Αξίες όπως η τιμή για την Τούλα, η τιμιότητα για τον κυρ-Αντώνη καταρρέουν: Η Τούλα οδηγείται στην πορνεία, ο κυρ Αντώνης γίνεται κλέφτης. Τα πρόσωπα δεν έχουν δυνάμεις αντίστασης: υποτάσσονται στις καταστάσεις ή πάλι αντιδρούν με συμπεριφορά που επιτείνει το αδιέξοδο τους. Έτσι η κοινωνική αναγκαιότητα παίρνει γι’ αυτούς τη μορφή της μοίρας.

Παράλληλα όμως με το θέμα της κοινωνικής διάβρωσης και των μηχανισμών της ο  συγγραφέας στο Φιντανάκι πραγματεύεται και ένα άλλο θέμα, που εξάλλου κυριαρχεί στη δραματουργία του: το θέμα του έρωτα. Στο Φιντανάκι ο έρωτας πεθαίνει σε κάθε του μορφή: η κυρά Κατίνα τον καθιστά εμπορεύσιμο είδος, ο Γιάγκος και η Εύα τον προδίδουν(ο Γιάγκος προδίδει την Τούλα, η Εύα προδίδει την Τούλα αλλά και τον Γιάγκο), ο θείος και ο Γιαβρούσης τον διαπραγματεύονται, η Φρόσω τον περιφρονεί. Οι μοναδικοί τιμητές του, οι δύο αγνοί εραστές, η Τούλα και ο κυρντώνης, οδηγούνται στον αφανισμό, ηθικό η πρώτη, βιολογικό ο δεύτερος. Για τον πατέρα αυτόν η κόρη του είναι «η γυναίκα που λαχτάρησε, που έφτιανε τριάντα ολόκληρα χρόνια μέσα στο μυαλό του». Είναι εκείνη που την «ονειρεύτηκε μια ολάκερη ζωή!». Η αγνή, ιδανική σχέση πατέρα-κόρης, σύμβολο της ανέφικτης πλατωνικής σχέσης ανάμεσα στα δύο φύλα, είναι σταθερό σημείο νοσταλγίας του συγγραφέα. Είναι πολύ πιθανό ότι η εμμονή του συγγραφέα σ’ αυτό το θέμα έχει βιωματική καταγωγή. Στα 1919 ο Παντελής Χορν δοκιμάστηκε βαθειά από τον θάνατο της αγαπημένης του κόρης, της εφτάχρονης Νανάς. Και στο κείμενό του με τίτλο Γύρω στο Φιντανάκι ομολογεί υπαινικτικά ότι το Φιντανάκι γεννήθηκε κάποτε που «έκλαψε και πόνεσε κι έγραψε». Η στάση του συγγραφέα προδίδει μια ερωτική ηθική που στα λόγια της Τούλας είναι ευδιάκριτη: «Ο έρωτας δικαιώνει την αμαρτία». Ο σαρκικός έρωτας είναι, λοιπόν, η αμαρτία και η αληθινή αγάπη εξιλασμός.

Οι χαρακτήρες του έργου είναι πλάσματα της ελληνικής ζωής, άνθρωποι αναγνωρίσιμοι, στοιχειοθετούν μια μικρογραφία του λαϊκού μικρόκοσμου της Πλακιώτικης «αυλής». Το στοιχείο που, κυρίως, καθιστά τα πρόσωπα ρεαλιστικά είναι η γλώσσα που μιλούν: χυμώδης, αληθινή, καθημερινή. Είναι όμως πραγματικά μία «φέτα ζωής» το Φιντανάκι; Οι χαρακτήρες αυτοί στερούνται φωτοσκιάσεων, είναι δοσμένοι μονοδιάστατοι, διακρίνονται εύκολα στις ομάδες των «καλών» και των «κακών», με μοναδική ίσως εξαίρεση τον Γιάγκο, που είναι συγχρόνως θύτης και θύμα. Εδώ βέβαια θα μπορούσε να ανιχνεύσει κανείς τη μελοδραματική διάθεση του συγγραφέα που αρκετά συχνά τον χαρακτηρίζει. Μπορεί όμως ακόμη να τολμήσει κανείς και μία συμβολική ανάγνωση του έργου: η παντοδύναμη κοινωνία (η κυρά-Κατίνα που κινεί όλα τα νήματα της δράσης στο έργο) με όργανα της τους φορείς του χρήματος (θείος, Γιαβρούσης) οδηγεί στην καταρράκωση κάθε αξίας: της τιμιότητας, της τιμής, του ίδιου του έρωτα. Συγχρόνως όμως, το έργο δίνει το στίγμα της εποχής του. Στα 1921 το «Φιντανάκι», το φτωχοκόριτσο που από ανάγκη γίνεται πόρνη είναι το «φρούτο της εποχής», λέει ο Κώστας Αθάνατος προσπαθώντας να εξηγήσει την επιτυχία του έργου. Κι ο κόσμος στο Φιντανάκι είναι ένας κόσμος

που παρακολουθεί αμέτοχος τις αξίες να γκρεμίζονται ή να γίνονται αντικείμενο καπηλείας, είναι ο κόσμος που ακολούθησε την πρώτη μεγάλη σύρραξη, ο ίδιος κόσμος που στην ποιητική του εκδοχή περιγράφεται στους Μοιραίους του Κώστα Βάρναλη.

Στις μέρες μας το κοινωνικό πρότυπο του έργου έχει εκλείψει. Η Τούλα δεν είναι πια «ο τύπος της εποχής». Από αυτήν την άποψη, το έργο ανήκει στην εποχή του, αυτό είναι αλήθεια. Αλλ’ αν η δική μας εποχή παρακολουθεί με απάθεια τις αγνές προθέσεις ν’ αφανίζονται, την τιμιότητα να εκπορνεύεται, τον έρωτα να πεθαίνει καθημερινά, τότε μπορεί κανείς να δει στο Φιντανάκι ένα σύγχρονο λαϊκό παραμύθι που με τον συμβολισμό του μπορεί να συγκινήσει τον σημερινό θεατή.

Έφη Βαφειάδη

(από την εισαγωγή του θεατρικού έργου «Το Φιντανάκι», εκδ. Δωδώνη)

 

Εμφανίζονται κατά σειρά οι μαθητές:

ΚΑΤΙΝΑ: Κωσταντίνα Τσακιρίδου

ΕΥΑ: Λιάνα Κεραμιδά

ΓΙΑΓΚΟΣ: Άρης Κασαπίδης

ΑΝΤΩΝΗΣ: Αλέξανδρος Κουλικούρδης

ΤΟΥΛΑ: Ξένια Διδυμιώτη

ΦΡΟΣΩ: Νίνα Ζουλινάκη

ΘΕΙΟΣ: Κωσταντίνος Πουρνάρας

ΓΙΑΒΡΟΥΣΗΣ: Νίκος Κατσιαντώνης

ΚΑΠΕΛΑΣ: Εμμανουέλα Αλικαρίδου

ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Αποστόλης Καράμπελας

Συντελεστές Παράστασης:

Επιμέλεια Σκηνικών: Κίκα Χαραλαμπίδου, Γιώργος Βουρδαμής, Εμμανουέλα Αλικαρίδου,

Αποστόλης Καράμπελας

Κατασκευή Σκηνικών: Νίκος Παππάς, Λάμπρος Κουτσοθεοδωρής

Βάψιμο Σκηνικών: Κίκα Χαραλαμπίδου, Εμμανουέλα Αλικαρίδου, Αποστόλης Καράμπελας

Ρύθμιση και επιμέλεια φωτισμού: Κώστας Χάνας

Πιάνο και τραγούδι: Βάιος Πράπας

Επιμέλεια Κοστουμιών: Μαρία Αδαμοπούλου, Εμμανουέλα Αλικαρίδου

Φωτογράφιση: Γιώργος Βερένης

Δακτυλογράφηση προγράμματος: Ηλίας Λόης, Νίνα Ζουλινάκη, Θανάσης Τρίγγος

Επιμέλεια Προγράμματος: Μαρία Αδαμοπούλου

Υπεύθυνη καθηγήτρια θεατρικής ομάδας: Μαρία Αδαμοπούλου

Χρησιμοποιήθηκε η μουσική των: Μ. Χατζιδάκι, Π. Τούντα

Δείτε το Πρόγραμμα της παράστασης.